Κάθε φορά που ένα κράτος επιλέγει την απαγόρευση ως βασικό εργαλείο πολιτικής, υπόσχεται κάτι απλό: ότι το πρόβλημα θα περιοριστεί επειδή το προϊόν θα φύγει από τη νόμιμη αγορά.
Στην πράξη, όμως, η ιστορία δείχνει κάτι πολύ διαφορετικό.
Η κάνναβη δεν εξαφανίζεται επειδή απαγορεύεται. Η ζήτηση δεν σβήνει επειδή αλλάζει ένας νόμος. Οι καταναλωτές δεν σταματούν απαραίτητα να ψάχνουν αυτό που ήδη χρησιμοποιούσαν. Αυτό που αλλάζει είναι το κανάλι μέσα από το οποίο θα το βρουν.
Και εκεί βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα.
Όταν ένα προϊόν βγαίνει από τη νόμιμη αγορά χωρίς σοβαρό σχέδιο, χωρίς μεταβατικότητα και χωρίς ρεαλιστική εναλλακτική, δεν δημιουργείται αυτόματα περισσότερη ασφάλεια. Δημιουργείται κενό. Και κάθε κενό στην αγορά το καλύπτει κάποιος.
Το ερώτημα είναι ποιος.
Η απαγόρευση δεν καταργεί τη ζήτηση
Η βασική αδυναμία της απαγόρευσης είναι ότι συχνά μπερδεύει την προσφορά με τη ζήτηση.
Το κράτος μπορεί να απαγορεύσει την πώληση ενός προϊόντος μέσα από νόμιμα καταστήματα. Μπορεί να βάλει πρόστιμα, κυρώσεις και απειλές. Μπορεί να αφαιρέσει κατηγορίες προϊόντων από τα ράφια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται η ανάγκη, η συνήθεια ή η περιέργεια των καταναλωτών.
Ένας άνθρωπος που αγόραζε προϊόντα κάνναβης από ένα νόμιμο κατάστημα, με απόδειξη, με συσκευασία, με κάποια μορφή ελέγχου και με έναν επαγγελματία απέναντί του, δεν παύει αυτόματα να ενδιαφέρεται για αυτά τα προϊόντα.
Αν το νόμιμο κανάλι κλείσει, υπάρχουν δύο πιθανότητες.
Η πρώτη είναι να στραφεί σε επιτρεπόμενες εναλλακτικές.
Η δεύτερη είναι να αναζητήσει το ίδιο προϊόν αλλού.
Και το «αλλού» δεν είναι πάντα ασφαλές.
Από το ράφι στον δρόμο
Όταν μια αγορά λειτουργεί νόμιμα, το κράτος μπορεί να τη βλέπει. Μπορεί να τη φορολογεί. Μπορεί να την ελέγχει. Μπορεί να θέτει όρια, κανόνες, ηλικιακούς περιορισμούς, προδιαγραφές ποιότητας και κυρώσεις για όσους παρανομούν.
Όταν η ίδια αγορά σπρώχνεται έξω από το νόμιμο πλαίσιο, το κράτος χάνει την ορατότητα.
Δεν ξέρει ποιος πουλάει.
Δεν ξέρει τι πουλάει.
Δεν ξέρει σε ποιον πουλάει.
Δεν ξέρει τι περιέχει το προϊόν.
Δεν μπορεί να ελέγξει εργαστηριακές αναλύσεις.
Δεν μπορεί να επιβάλει κανόνες υπεύθυνης διάθεσης.
Αυτό είναι το παράδοξο της απαγόρευσης. Παρουσιάζεται ως εργαλείο ελέγχου, αλλά συχνά καταλήγει να μειώνει τον πραγματικό έλεγχο.
Ένα νόμιμο κατάστημα μπορεί να υποχρεωθεί να κόψει απόδειξη, να μην πουλήσει σε ανήλικο, να τηρεί κανόνες σήμανσης, να συνεργάζεται με προμηθευτές που εκδίδουν παραστατικά και να δέχεται ελέγχους.
Η παράνομη αγορά δεν έχει καμία τέτοια υποχρέωση.
Ποιος προστατεύεται τελικά;
Το κεντρικό επιχείρημα πίσω από τις απαγορεύσεις είναι συνήθως η προστασία της δημόσιας υγείας.
Και πράγματι, η δημόσια υγεία είναι σοβαρό ζήτημα. Δεν μπορεί να υπάρχει αγορά κάνναβης χωρίς κανόνες. Δεν μπορεί να υπάρχει ανεξέλεγκτη διάθεση προϊόντων. Δεν μπορεί να υπάρχουν ασαφείς ετικέτες, προϊόντα αμφίβολης σύνθεσης, ισχυρισμοί χωρίς τεκμηρίωση ή πρόσβαση ανηλίκων.
Όμως άλλο πράγμα η ρύθμιση και άλλο η τυφλή απαγόρευση.
Η ρύθμιση προσπαθεί να βάλει κανόνες σε μια υπαρκτή πραγματικότητα. Η απαγόρευση συχνά προσπαθεί να αρνηθεί ότι αυτή η πραγματικότητα υπάρχει.
Αν ο στόχος είναι να προστατευτεί ο καταναλωτής, τότε το κράτος πρέπει να θέλει να ξέρει τι κυκλοφορεί. Πρέπει να θέλει προϊόντα με αναλύσεις, επιχειρήσεις με ευθύνη, ελέγχους και ξεκάθαρο πλαίσιο.
Αντίθετα, όταν αφαιρείται απότομα το νόμιμο κανάλι, ο καταναλωτής μπορεί να βρεθεί μπροστά σε προϊόντα χωρίς καμία πληροφορία και χωρίς καμία εγγύηση.
Τότε ποιος προστατεύεται πραγματικά;
Η νόμιμη αγορά δεν είναι εχθρός
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στη δημόσια συζήτηση είναι ότι συχνά αντιμετωπίζεται η νόμιμη αγορά σαν να είναι το πρόβλημα.
Όμως η νόμιμη αγορά είναι το κομμάτι που μπορείς να ελέγξεις.
Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν με ΑΦΜ, ενοίκια, εργαζόμενους, προμηθευτές, ταμειακές μηχανές, φόρους και ασφαλιστικές εισφορές δεν είναι αόρατες. Είναι μπροστά στο κράτος. Έχουν έδρα. Έχουν υπευθύνους. Έχουν παραστατικά. Έχουν κάτι να χάσουν.
Αν κάνουν λάθος, μπορείς να τις ελέγξεις.
Αν παραβούν κανόνες, μπορείς να τις τιμωρήσεις.
Αν χρειάζεται να προσαρμοστούν, μπορείς να τους επιβάλεις προδιαγραφές.
Η παράνομη αγορά δεν λειτουργεί έτσι. Δεν έχει βιτρίνα, δεν έχει υπεύθυνο, δεν έχει τιμολόγια, δεν έχει ηλικιακούς περιορισμούς, δεν έχει αναλύσεις, δεν έχει λογοδοσία.
Γι’ αυτό η νόμιμη αγορά, όταν ρυθμίζεται σωστά, μπορεί να είναι εργαλείο προστασίας. Όχι απειλή.
Η εμπειρία της Ευρώπης
Στην Ευρώπη, η συζήτηση αλλάζει. Καμία σοβαρή χώρα που ανοίγει τη συζήτηση για την κάνναβη δεν λέει ότι πρέπει να υπάρχει ασυδοσία. Το αντίθετο. Η νέα λογική είναι ότι η πραγματικότητα πρέπει να ρυθμίζεται.
Η Γερμανία επέλεξε ένα προσεκτικό μοντέλο με προσωπική κατοχή, αυτοκαλλιέργεια και μη κερδοσκοπικές ενώσεις. Η Μάλτα κινήθηκε προς αποποινικοποίηση και ελεγχόμενα σχήματα. Το Λουξεμβούργο επέτρεψε περιορισμένη καλλιέργεια για προσωπική χρήση. Η Ολλανδία, με όλες τις αντιφάσεις της, έδειξε εδώ και δεκαετίες ότι η απόλυτη καταστολή δεν είναι ο μόνος δρόμος.
Κανένα από αυτά τα μοντέλα δεν είναι τέλειο.
Όμως όλα ξεκινούν από μια πιο ρεαλιστική παραδοχή: η κάνναβη υπάρχει. Η χρήση υπάρχει. Η ζήτηση υπάρχει. Άρα το ερώτημα δεν είναι αν θα εξαφανιστεί με ένα άρθρο νόμου, αλλά αν θα βρίσκεται μέσα ή έξω από ένα πλαίσιο ελέγχου.
Η Ελλάδα καλείται να απαντήσει στο ίδιο ερώτημα.
Το κόστος για τις μικρές επιχειρήσεις
Η απαγόρευση δεν χτυπάει μόνο ένα προϊόν. Χτυπάει ανθρώπους, μαγαζιά, εργαζόμενους, επενδύσεις και τοπικές οικονομίες.
Πίσω από κάθε κατάστημα υπάρχουν ενοίκια, ασφαλιστικές εισφορές, εμπορεύματα, δάνεια, οικογένειες, υπάλληλοι και χρόνια δουλειάς. Δεν μιλάμε για θεωρητική αγορά. Μιλάμε για πραγματικές επιχειρήσεις που χτίστηκαν επειδή για χρόνια υπήρχε ένας χώρος νόμιμης δραστηριότητας.
Αν το κράτος θεωρεί ότι αυτός ο χώρος πρέπει να αλλάξει, έχει δικαίωμα να τον ρυθμίσει. Αλλά έχει και υποχρέωση να το κάνει με σοβαρότητα.
Η απότομη ανατροπή κανόνων δημιουργεί ανασφάλεια. Όχι μόνο στον κλάδο της κάνναβης, αλλά συνολικά στην επιχειρηματικότητα. Γιατί αν μια αγορά μπορεί να δημιουργηθεί, να λειτουργήσει για χρόνια και μετά να κλείσει απότομα χωρίς επαρκή μετάβαση, τότε ποιος μπορεί να αισθάνεται ασφαλής για την επόμενη επένδυση;
Η μαύρη αγορά δεν περιμένει
Το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα μιας κακής απαγόρευσης είναι ότι ανοίγει χώρο σε αυτούς που δεν περιμένουν καμία άδεια και δεν ενδιαφέρονται για κανέναν κανόνα.
Η μαύρη αγορά δεν έχει πρόβλημα να κινηθεί γρήγορα. Δεν έχει κόστος συμμόρφωσης. Δεν πληρώνει ΦΠΑ. Δεν έχει υπαλλήλους δηλωμένους. Δεν έχει εργαστηριακούς ελέγχους. Δεν φοβάται την απώλεια φήμης με τον ίδιο τρόπο που τη φοβάται μια νόμιμη επιχείρηση.
Όταν λοιπόν το κράτος κλείνει ή περιορίζει υπερβολικά το νόμιμο κανάλι, πρέπει να είναι βέβαιο ότι δεν χαρίζει χώρο σε πιο επικίνδυνα δίκτυα.
Γιατί ο καταναλωτής που φεύγει από το κατάστημα δεν εξαφανίζεται απαραίτητα. Μπορεί απλώς να πάει σε κάποιον που δεν ρωτάει ηλικία, δεν δίνει απόδειξη και δεν εγγυάται τίποτα.
Η λύση είναι η σοβαρή ρύθμιση
Η απάντηση στην αβεβαιότητα δεν είναι να αφήσουμε τα πάντα ανεξέλεγκτα. Αυτό θα ήταν εξίσου λάθος.
Η απάντηση είναι η σοβαρή ρύθμιση.
Σοβαρή ρύθμιση σημαίνει καθαροί ορισμοί. Τι είναι CBD; Τι είναι THC; Τι είναι ανθός; Τι είναι βιομηχανική κάνναβη; Τι είναι τρόφιμο; Τι είναι καλλυντικό; Τι είναι προϊόν άτμισης; Τι είναι ιατρική κάνναβη;
Σημαίνει εργαστηριακές αναλύσεις και σαφή όρια.
Σημαίνει απαγόρευση πώλησης σε ανηλίκους.
Σημαίνει ελέγχους στη διαφήμιση και στους ισχυρισμούς υγείας.
Σημαίνει κυρώσεις για όσους παρανομούν, αλλά όχι εξόντωση όσων θέλουν να λειτουργούν νόμιμα.
Σημαίνει μεταβατική περίοδο όταν αλλάζει το πλαίσιο.
Σημαίνει διάλογο με επιστήμονες, επιχειρήσεις, καταναλωτές και ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Πάνω απ’ όλα, σημαίνει ότι το κράτος δεν νομοθετεί με πανικό. Νομοθετεί με στοιχεία.
Η κοινωνία χρειάζεται ενημέρωση, όχι φόβο
Η κάνναβη παραμένει φορτισμένο θέμα. Υπάρχουν προκαταλήψεις, φόβοι, υπερβολές αλλά και πραγματικοί κίνδυνοι. Όλα αυτά πρέπει να συζητηθούν σοβαρά.
Όμως ο φόβος δεν είναι πολιτική.
Η άγνοια δεν είναι προστασία.
Η απαγόρευση δεν είναι από μόνη της λύση.
Αν θέλουμε οι πολίτες να είναι ασφαλείς, πρέπει να είναι ενημερωμένοι. Πρέπει να ξέρουν τη διαφορά ανάμεσα στο CBD και το THC. Πρέπει να ξέρουν τι αγοράζουν. Πρέπει να ξέρουν τι επιτρέπεται και τι όχι. Πρέπει να ξέρουν ότι κάθε προϊόν κάνναβης δεν είναι ίδιο με όλα τα υπόλοιπα.
Η ενημέρωση μειώνει τη ζημιά. Η σύγχυση την αυξάνει.
Συμπέρασμα
Η κάνναβη δεν εξαφανίζεται με απαγορεύσεις. Μπορεί να εξαφανιστεί από τις βιτρίνες, από τα νόμιμα ράφια και από τα φορολογημένα καταστήματα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται από την κοινωνία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πού θέλουμε να βρίσκεται.
Σε μια νόμιμη αγορά με κανόνες, ελέγχους, ηλικιακούς περιορισμούς, παραστατικά και ευθύνη;
Ή σε μια αόρατη αγορά χωρίς καμία εγγύηση;
Αν ο στόχος είναι η δημόσια υγεία, τότε η λύση δεν μπορεί να είναι απλώς το κλείσιμο των ματιών. Η λύση πρέπει να είναι η ρύθμιση, η διαφάνεια και ο έλεγχος.
Γιατί όταν το κράτος βγάζει μια υπαρκτή αγορά από το φως, δεν την εξαφανίζει.
Απλώς τη στέλνει στο σκοτάδι.
