Η Γαλλία βρίσκεται εδώ και χρόνια σε μια δύσκολη μετάβαση για τη φαρμακευτική κάνναβη. Από τη μία πλευρά, η χώρα αναγνώρισε την ανάγκη να δοκιμάσει οργανωμένα την πρόσβαση ασθενών σε προϊόντα κάνναβης για σοβαρές παθήσεις. Από την άλλη, η μετάβαση από το πιλοτικό πρόγραμμα σε ένα κανονικό, μόνιμο πλαίσιο παραμένει αργή, περίπλοκη και γεμάτη αβεβαιότητα.
Το γαλλικό πείραμα ξεκίνησε ως μια ελεγχόμενη προσπάθεια να αξιολογηθεί η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και η πρακτική λειτουργία της φαρμακευτικής κάνναβης μέσα στο σύστημα υγείας. Η λογική ήταν απλή: να μην ανοίξει η αγορά άναρχα, αλλά να συγκεντρωθούν δεδομένα, να εκπαιδευτούν γιατροί και φαρμακοποιοί και να διαπιστωθεί πώς μπορεί να ενταχθεί η κάνναβη σε συγκεκριμένες θεραπευτικές διαδρομές.
Η εφαρμογή, όμως, αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη. Η γαλλική διοίκηση χρειάστηκε επανειλημμένες παρατάσεις, ενώ οι ασθενείς που είχαν ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα βρέθηκαν αρκετές φορές μπροστά στον κίνδυνο διακοπής της θεραπείας τους. Σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση της γαλλικής δημόσιας διοίκησης, η διαχείριση των ασθενών που είχαν ενταχθεί στο πείραμα και παρέμεναν υπό θεραπεία εξασφαλίστηκε κατ’ εξαίρεση έως τις 31 Μαρτίου 2026, στο πλαίσιο της μετάβασης προς ένα νέο ρυθμιστικό σύστημα.
Το πρόβλημα είναι ότι η μεταβατική λύση δεν ισοδυναμεί με κανονική πρόσβαση. Δεν πρόκειται για ένα πλήρως ανοιχτό θεραπευτικό πλαίσιο, όπου κάθε ασθενής που πληροί τα κριτήρια μπορεί να μπει στη διαδικασία. Αντίθετα, αφορά κυρίως όσους είχαν ήδη ενταχθεί στο πειραματικό πρόγραμμα και συνεχίζουν τη θεραπεία τους. Νομική ανάλυση για τη Γαλλία αναφέρει ότι, στη μεταβατική περίοδο, πρόσβαση έχουν μόνο ασθενείς που ήταν ήδη στο πιλοτικό πρόγραμμα και παρέμεναν σε αυτό στις 25 Μαρτίου 2024, ενώ τα προϊόντα περιορίζονται σε όσα είχαν εγκριθεί στο πλαίσιο του πειράματος, με εξαίρεση τον ξηρό ανθό που έχει αφαιρεθεί από τη λίστα.
Αυτό δείχνει το βασικό πρόβλημα του γαλλικού μοντέλου: η φαρμακευτική κάνναβη αναγνωρίζεται, αλλά δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε σταθερή, προβλέψιμη και ευρεία θεραπευτική επιλογή. Υπάρχει πλαίσιο, υπάρχει εμπειρία, υπάρχουν ασθενείς και γιατροί που συμμετείχαν, αλλά η μετάβαση στο μόνιμο καθεστώς καθυστερεί.
Η γαλλική περίπτωση έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί δείχνει την άλλη όψη της ευρωπαϊκής συζήτησης. Στη Γερμανία, το κράτος προσπαθεί να περιορίσει μια αγορά που μεγάλωσε γρήγορα, ειδικά μέσω online συνταγών. Στη Γαλλία, το πρόβλημα είναι σχεδόν αντίθετο: η πρόσβαση παραμένει τόσο προσεκτική και μεταβατική, ώστε οι ασθενείς δυσκολεύονται να αισθανθούν ότι έχουν σταθερό θεραπευτικό δικαίωμα.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς διοικητικό. Για τους ασθενείς που συμμετείχαν στο πρόγραμμα, η αβεβαιότητα έχει πραγματικό κόστος. Όταν μια θεραπεία έχει ήδη ενταχθεί στην καθημερινότητά τους, η πιθανότητα διακοπής ή καθυστέρησης δεν είναι θεωρητικό θέμα. Είναι αγωνία για το αν θα συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε κάτι που, στην περίπτωσή τους, κρίθηκε χρήσιμο από γιατρούς μέσα σε οργανωμένο πλαίσιο.
Τα τελευταία χρόνια, η Γαλλία κινήθηκε ανάμεσα σε παρατάσεις, τεχνικές διαδικασίες και πολιτικές καθυστερήσεις. Ρεπορτάζ του Le Monde είχε αναδείξει ήδη από το τέλος του 2024 ότι περίπου 1.200 ασθενείς παρέμεναν τότε στο πρόγραμμα, ενώ οι αρχικές συμμετοχές είχαν φτάσει περίπου τις 3.200. Το ίδιο ρεπορτάζ περιέγραφε έντονη ανησυχία για το μέλλον του πλαισίου και για τον κίνδυνο οι ασθενείς να βρεθούν ξανά χωρίς πρόσβαση.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι η Γαλλία εγκαταλείπει τη φαρμακευτική κάνναβη. Αντίθετα, η χώρα φαίνεται να προσπαθεί να χτίσει ένα αυστηρό, φαρμακευτικού τύπου μοντέλο, με έλεγχο ποιότητας, αδειοδότηση, σαφείς διαδικασίες και θεσμική ένταξη. Όμως όσο το μόνιμο πλαίσιο καθυστερεί, τόσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στη θεωρητική αναγνώριση και την πραγματική πρόσβαση.
Αυτό είναι και το μεγάλο μάθημα για την Ευρώπη. Η φαρμακευτική κάνναβη δεν αρκεί να “επιτρέπεται” στα χαρτιά. Πρέπει να υπάρχει πραγματική διαδρομή για τον ασθενή: γιατρός που γνωρίζει, προϊόν διαθέσιμο, φαρμακείο που μπορεί να το χορηγήσει, διαδικασία που δεν αλλάζει κάθε λίγους μήνες και κόστος που δεν αποκλείει όσους το χρειάζονται.
Η Γαλλία προσπαθεί να αποφύγει την άναρχη ανάπτυξη. Αυτό, από μόνο του, είναι λογικό. Η φαρμακευτική κάνναβη πρέπει να έχει κανόνες, έλεγχο και ιατρική σοβαρότητα. Όταν όμως η προσοχή μετατρέπεται σε ακινησία, τότε η προστασία του συστήματος μπορεί να γυρίσει εις βάρος των ίδιων των ασθενών.
Η ελληνική συζήτηση έχει αρκετά κοινά σημεία. Και στην Ελλάδα η φαρμακευτική κάνναβη αναγνωρίζεται θεσμικά, όμως η πραγματική πρόσβαση παραμένει περιορισμένη. Οι ενδείξεις είναι λίγες, η θεραπεία δεν αποζημιώνεται και οι διαθέσιμες μορφές δεν προσφέρουν ακόμη την ευελιξία που θα περίμενε κανείς από ένα ώριμο φαρμακευτικό πλαίσιο. Η γαλλική εμπειρία δείχνει ότι η μετάβαση από το “υπάρχει νόμος” στο “έχει πρόσβαση ο ασθενής” είναι ίσως το δυσκολότερο κομμάτι.
Το ζητούμενο δεν είναι να ανοίξει η φαρμακευτική κάνναβη χωρίς έλεγχο. Το ζητούμενο είναι να μη χαθεί μέσα σε ατελείωτες μεταβατικές ρυθμίσεις. Γιατί όταν ένα κράτος αναγνωρίζει ότι μια θεραπευτική επιλογή μπορεί να έχει θέση στο σύστημα υγείας, πρέπει να μπορεί να δώσει και μια καθαρή απάντηση στους ασθενείς: ποιος δικαιούται πρόσβαση, με ποια διαδικασία, με ποια προϊόντα, με ποια παρακολούθηση και με ποια οικονομική κάλυψη.
Η Γαλλία βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σταυροδρόμι. Έχει αφήσει πίσω της την πλήρη άρνηση, αλλά δεν έχει φτάσει ακόμη σε μια σταθερή κανονικότητα. Η φαρμακευτική κάνναβη πέρασε από το πείραμα στην πολιτική και διοικητική αβεβαιότητα.
Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο: για τον ασθενή, η αβεβαιότητα δεν είναι πλαίσιο. Είναι εμπόδιο.
