Πέρασε ένας μήνας.
Ένας μήνας από την απαγόρευση του Άδωνι.
Ένας μήνας από εκείνη την απόφαση που κατάφερε να γυρίσει έναν ολόκληρο κλάδο δέκα χρόνια πίσω.
Τα καταστήματα κάνναβης ψάχνουν ακόμα τη μάσκα οξυγόνου.
Όχι για να μεγαλώσουν.
Όχι για να επενδύσουν.
Όχι για να κάνουν σχέδια.
Για να αναπνεύσουν.
Η βίαιη αυτή αλλαγή στην καθημερινότητά τους, και κυρίως ο τρόπος που έγινε, θα έπρεπε να διδάσκεται σε σεμινάριο με τίτλο:
«Γιατί δεν επενδύει κανείς εύκολα στην Ελλάδα».
Γιατί εδώ μπορείς να στήσεις μαγαζί, να πληρώσεις ενοίκια, υπαλλήλους, προϊόντα, εισφορές, φόρους, άδειες, λογιστές, προμηθευτές και στο τέλος να σου πουν ένα πρωί:
«Ξέρεις κάτι; Αυτό που πουλάς μέχρι χθες, από σήμερα δεν το πουλάς».
Και κάπως έτσι, τελειώνει η επιχειρηματικότητα.
Όχι με αποτυχία.
Όχι με κακή διαχείριση.
Όχι με λάθος επιλογές.
Με ένα ΦΕΚ.
Από την άλλη, οι γνωστοί «χονδρέμποροι» δεν φάνηκε να στεναχωρήθηκαν ιδιαίτερα.
Βρήκαν εναλλακτικές.
Blue lotus.
Νταμιάνες.
Βαλεριάνες.
Και ό,τι άλλο χωράει σε φακελάκι.
Πετάνε και ένα THC απ’ έξω, έτσι για το μάτι, και έτοιμο το προϊόν παραπλάνησης.
Ο πελάτης βλέπει τρία γράμματα, νομίζει ότι ξέρει τι αγοράζει, ο πωλητής κάνει πως δεν κατάλαβε, ο χονδρέμπορος κάνει πως δεν άκουσε και η αγορά συνεχίζει να βράζει στο σκοτάδι.
Όταν δεν υπάρχουν ηθικοί φραγμοί στο τι πουλάς και δεν υπάρχει και κάποιος να σε σταματήσει, τότε βρίσκεις χώρο.
Και όταν βρίσκεις χώρο, προχωράς.
Απλό είναι.
Το προϊόν έφυγε από τα νόμιμα καταστήματα.
Η ζήτηση όμως δεν έφυγε πουθενά.
Απλώς άλλαξε πόρτα.
Το συντριπτικό ποσοστό της ζήτησης το ικανοποίησε και συνεχίζει να το ικανοποιεί η μαύρη αγορά.
Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Μπορεί να μην αρέσει στα υπουργικά γραφεία, αλλά η πραγματικότητα δεν περιμένει δελτίο Τύπου για να υπάρξει.
Από την άλλη, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να μάθουμε κάτι.
Μετά την απαγόρευση, αυξήθηκαν οι πωλήσεις της Tikun;
Και αν ναι, πόσο;
Ρωτάω, γιατί όταν μια ολόκληρη αγορά αδειάζει από προϊόντα και μένει πρακτικά μόνο μία εταιρεία με προϊόν κάνναβης εκεί έξω, το ερώτημα δεν είναι κακόβουλο.
Είναι λογικό.
Αν η δημόσια υγεία ήταν ο στόχος, καλό θα ήταν να δούμε και ποιοι τελικά ωφελήθηκαν από την επόμενη μέρα.
Γιατί μέχρι στιγμής, οι νόμιμες επιχειρήσεις έχασαν.
Οι καταναλωτές μπερδεύτηκαν.
Οι τουρίστες έπεσαν από τα σύννεφα.
Και η μαύρη αγορά χειροκρότησε χωρίς να το πει δυνατά.
Οι τουρίστες, πάντως, την πάτησαν δυνατά.
Όσα είχαν διαβάσει για τη χώρα μας, ξαφνικά σταμάτησαν να ισχύουν.
Ό,τι είχαν στο μυαλό τους για τις διακοπές τους στην Ελλάδα έγινε όνειρο θερινής νυκτός.
Και θα ήταν αστείο, αν δεν εμφανιζόταν κόσμος στα νησιά που ψάχνει να βρει κάτι απλό για να κοιμηθεί.
Δεν μιλάμε για ταινία.
Δεν μιλάμε για υπερβολή.
Μιλάμε για ανθρώπους που έχουν έρθει διακοπές και δεν μπορούν να κοιμηθούν.
Μου περιγράφουν απίθανες καταστάσεις στα νησιά.
Ειδικά σε νησιά που δέχονται κόσμο από χώρες με πιο ανοιχτές αγορές και διαφορετική κουλτούρα γύρω από την κάνναβη.
Και όταν τους λένε ότι το CBD αντιμετωπίζεται σαν ναρκωτικό, χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο.
CBD is not a drug, φωνάζουν.
Αλλά ο Άδωνις μάλλον νομίζει ότι είναι σύνθημα γραμμένο σε τοίχο των Εξαρχείων.
Ας του στείλει κάποιος να διαβάσει τι λέει για το θέμα ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Ναρκωτικά.
Ή έστω ας του το τυπώσει.
Με μεγάλα γράμματα.
Γιατί ζούμε σκοτεινές μέρες για την κάνναβη στην Ελλάδα.
Και κάπου εκεί έρχεται και το Legalize να μας χτυπήσει την πόρτα και να μας θυμίσει την παρουσία του.
Και καλά κάνει.
Γιατί όπως συμβαίνει σχεδόν παντού σε αυτή την κοινωνία, έτσι και εδώ, φωνάζουν οι λίγοι για το συμφέρον των πολλών.
Οι λίγοι θα βγουν μπροστά.
Οι λίγοι θα τρέξουν.
Οι λίγοι θα φάνε τη λάσπη.
Οι λίγοι θα πληρώσουν δικηγόρους, χαρτιά, προσφυγές, διαδικασίες και χρόνο.
Και οι πολλοί θα περιμένουν να δουν αν θα κερδίσει κανείς τίποτα, για να πουν μετά ότι «όλοι μαζί το πετύχαμε».
Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και όταν είναι να μπει το χέρι στην τσέπη.
Εκεί η επανάσταση κάνει ένα μικρό διάλειμμα.
Ας τους πει κάποιος, όμως, ότι το χέρι στην τσέπη θα μπει έτσι κι αλλιώς.
Είτε για να κινηθούν νομικά.
Είτε για να αγοράσουν λουκέτο.
Η διαφορά είναι ότι στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ακόμα πιθανότητα να κρατήσεις το μαγαζί ανοιχτό.
Στη δεύτερη, απλώς διαλέγεις μέγεθος λουκέτου.
