Το νέο σχέδιο νόμου που τέθηκε σε διαβούλευση περιλαμβάνει μια ειδική ενότητα για την κάνναβη, με τίτλο «Ενίσχυση της προστασίας της δημόσιας υγείας από μη επιτρεπόμενα προϊόντα κάνναβης». Η Ενότητα Γ΄ περιλαμβάνει τα άρθρα 76 έως 83 και παρεμβαίνει τόσο στον ν. 4139/2013 όσο και στον πρόσφατο ν. 5302/2026.
Μετά την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας για την απαγόρευση του ξηρού άνθους, το νέο νομοσχέδιο δείχνει ότι η Πολιτεία δεν κινείται προς χαλάρωση του πλαισίου. Αντίθετα, κινείται προς στενότερο ορισμό, περισσότερη τεκμηρίωση, περισσότερους ελέγχους και βαρύτερες συνέπειες.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς τι γράφει το νομοσχέδιο. Το ερώτημα είναι τι αγορά δημιουργεί την επόμενη μέρα.
Άρθρο 76 — Ο σκοπός: δημόσια υγεία, αλλά με επίκεντρο την απαγόρευση
Το άρθρο 76 θέτει τον γενικό σκοπό της νέας ενότητας: την προστασία της δημόσιας υγείας από τη διάθεση μη επιτρεπόμενων προϊόντων κάνναβης. Στην πράξη, αυτό είναι το πολιτικό και νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο χτίζονται όλα τα επόμενα άρθρα.
Η διατύπωση πατάει σε ένα επιχείρημα που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: την προστασία του καταναλωτή από προϊόντα αμφίβολης σύστασης, άγνωστης προέλευσης ή ψεκασμένα με συνθετικές και ημισυνθετικές ουσίες.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον σκοπό. Κανείς σοβαρός άνθρωπος της αγοράς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι πρέπει να κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα προϊόντα με άγνωστα κανναβινοειδή ή ουσίες που μιμούνται ψυχοτρόπο δράση.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: η Πολιτεία αντιμετωπίζει το ζήτημα κυρίως ως απαγορευτικό πρόβλημα και όχι ως πρόβλημα ρύθμισης μιας νόμιμης αγοράς.
Αν το κράτος θέλει πραγματικά να προστατεύσει τη δημόσια υγεία, δεν αρκεί να απαγορεύει. Πρέπει να ορίζει καθαρά τι επιτρέπεται, ποιος το ελέγχει, με ποια εργαστηριακά κριτήρια, με ποια πιστοποιητικά και με ποιον τρόπο μπορεί μια επιχείρηση να λειτουργήσει χωρίς να κινείται καθημερινά σε νομική αβεβαιότητα.
Άρθρο 77 — Το αντικείμενο: επικαιροποίηση του πλαισίου και ενίσχυση ελέγχων
Το άρθρο 77 περιγράφει το αντικείμενο της ενότητας. Ουσιαστικά δηλώνει ότι το νομοσχέδιο έρχεται να επικαιροποιήσει το υφιστάμενο πλαίσιο για τα προϊόντα κάνναβης και να ενισχύσει ελέγχους και κυρώσεις.
Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δείχνει τη συνολική κατεύθυνση. Δεν έχουμε μπροστά μας μια ρύθμιση που επιχειρεί να οργανώσει συνολικά την αγορά με καθαρούς κανόνες εμπορίας. Έχουμε κυρίως μια ρύθμιση που έρχεται να περιορίσει, να ελέγξει και να τιμωρήσει.
Με απλά λόγια, το νομοσχέδιο δεν φαίνεται να απαντά πρώτα στο ερώτημα:
«Ποια προϊόντα κάνναβης μπορούν να πωλούνται νόμιμα;»
Απαντά κυρίως στο ερώτημα:
«Ποια προϊόντα θέλουμε να αποκλείσουμε και πώς θα τιμωρούνται οι παραβάσεις;»
Αυτή η διαφορά είναι μεγάλη. Γιατί μια νόμιμη αγορά δεν μπορεί να στηθεί μόνο με απαγορεύσεις. Χρειάζεται και θετική λίστα, ξεκάθαρη διαδικασία συμμόρφωσης και προβλέψιμο πλαίσιο για επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Άρθρο 78 — Το κλειδί του νομοσχεδίου: τα «ψεκασμένα» και εμπλουτισμένα προϊόντα
Το άρθρο 78 είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο του νομοσχεδίου. Προβλέπει την προσθήκη νέας παραγράφου 3Β στο άρθρο 1 του ν. 4139/2013. Η νέα ρύθμιση απαγορεύει, με εξαίρεση τα προϊόντα φαρμακευτικής κάνναβης, την παραγωγή, διάθεση, αγορά, πώληση και διακίνηση προϊόντων που προορίζονται για άτμιση, εισπνοή, καύση, κάπνισμα ή χρήση μέσω της αναπνευστικής οδού, όταν πρόκειται για φυτά, μίγματα φυτών ή βοτάνων στα οποία έχουν ενσωματωθεί ουσίες φυσικής ή μη φυσικής προέλευσης με κανναβομιμητική ή ψυχοτρόπο δράση.
Εδώ το νομοσχέδιο στοχεύει ξεκάθαρα μια συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων: φυτικά μίγματα ή βότανα που εμφανίζονται ως «νόμιμα», αλλά έχουν υποστεί ψεκασμό, ανάμειξη ή άλλη επεξεργασία με ουσίες που μιμούνται ή προκαλούν δράση τύπου κάνναβης.
Από πλευράς δημόσιας υγείας, αυτό έχει βάση. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι τα συνθετικά ή ημισυνθετικά κανναβινοειδή μπορεί να έχουν πολύ πιο απρόβλεπτο προφίλ κινδύνου από την ίδια την κάνναβη. Άρα, η προσπάθεια να κλείσει η πόρτα στα ψεκασμένα φυτικά προϊόντα είναι λογική.
Όμως εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Η διατύπωση μιλά για ουσίες με κανναβομιμητική ή ψυχοτρόπο δράση. Αυτό ανοίγει σοβαρά ερωτήματα εφαρμογής:
Ποιος θα κρίνει αν μια ουσία έχει κανναβομιμητική δράση;
Με ποια εργαστηριακή μέθοδο;
Με ποια λίστα ουσιών;
Με ποιο όριο ανίχνευσης;
Τι γίνεται με νέα μόρια που δεν έχουν ακόμη ενταχθεί ρητά σε πίνακες;
Τι γίνεται με φυτικά εκχυλίσματα που δεν είναι κάνναβη αλλά έχουν ήπια δράση στο νευρικό σύστημα;
Το άρθρο 78 φαίνεται να προσπαθεί να πιάσει ένα πραγματικό πρόβλημα. Αλλά αν δεν συνοδευτεί από καθαρές τεχνικές προδιαγραφές, μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο όπου οι επιχειρήσεις δεν θα ξέρουν με βεβαιότητα τι ακριβώς πρέπει να αποφύγουν.
Η ουσία είναι αυτή: το κράτος κυνηγά τα “ψεκασμένα”, αλλά πρέπει να προσέξει να μην δημιουργήσει μια νέα γκρίζα ζώνη φόβου για κάθε φυτικό προϊόν.
Άρθρο 79 — Ορισμός προϊόντων κάνναβης: από το «περιέχει CBD» στο «δύναται να περιέχει CBD»
Το άρθρο 79 τροποποιεί τον ορισμό των προϊόντων κάνναβης στο άρθρο 2Α του ν. 4139/2013. Η αλλαγή που έχει σημασία είναι ότι η διατύπωση δεν μένει απλώς στα προϊόντα που εμπεριέχουν CBD, αλλά μιλά για προϊόντα που δύνανται να εμπεριέχουν CBD υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.
Αυτή η φράση μοιάζει τεχνική, αλλά δεν είναι αθώα.
Στην πράξη, η Πολιτεία δείχνει ότι θέλει να αποσυνδέσει τον όρο «προϊόν κάνναβης» από μια γενική εμπορική χρήση του CBD και να τον δέσει με συγκεκριμένες νόμιμες προϋποθέσεις. Δεν αρκεί, δηλαδή, ένα προϊόν να λέει ότι είναι CBD ή να κυκλοφορεί με εμπορική περιγραφή. Θα πρέπει να στέκεται μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο.
Αυτό μπορεί να έχει θετική πλευρά, αν οδηγήσει σε καθαρότητα και σοβαρή τεκμηρίωση. Μπορεί όμως να έχει και αρνητική πλευρά, αν το πλαίσιο μείνει ασαφές.
Για την αγορά, το ερώτημα είναι απλό: ποια προϊόντα CBD θα θεωρούνται νόμιμα μετά την ψήφιση και εφαρμογή των νέων διατάξεων;
Έλαια;
Καλλυντικά;
Τοπικά προϊόντα;
Αρωματικά προϊόντα;
Συμπληρώματα;
Τρόφιμα;
Προϊόντα χωρίς ισχυρισμούς υγείας;
Το άρθρο 79 από μόνο του δεν αρκεί για να λύσει όλα αυτά τα ερωτήματα. Δείχνει όμως ότι το κράτος επιχειρεί να βάλει πιο αυστηρό φίλτρο στον ορισμό και στην εμπορική χρήση του όρου.
Το δεύτερο σημείο του άρθρου 79: οι φαρμακευτικές μονάδες μπαίνουν και στα προϊόντα κάνναβης/CBD
Το άρθρο 79, όμως, δεν σταματά στον ορισμό των προϊόντων κάνναβης. Περιλαμβάνει και μια δεύτερη πρόβλεψη, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγορά.
Σύμφωνα με τη νέα διατύπωση, οι νομίμως εγκατεστημένες και λειτουργούσες μεταποιητικές μονάδες επεξεργασίας και παραγωγής τελικών προϊόντων φαρμακευτικής κάνναβης μπορούν, επιπλέον των προϊόντων φαρμακευτικής κάνναβης, να παράγουν, κατέχουν, αποθηκεύουν, διακινούν, μεταφέρουν και πωλούν Προϊόντα Κάνναβης.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Γιατί, με απλά λόγια, οι εταιρείες φαρμακευτικής κάνναβης δεν περιορίζονται μόνο στο πεδίο των τελικών φαρμακευτικών προϊόντων. Το νομοσχέδιο φαίνεται να τους δίνει ρητό δικαίωμα να δραστηριοποιούνται και στην ευρύτερη αγορά προϊόντων κάνναβης/CBD, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.
Εδώ ανοίγει ένα σοβαρό ερώτημα για την επόμενη μέρα:
Δημιουργείται σταδιακά ένα προνομιακό κανάλι για τις μεγάλες αδειοδοτημένες μονάδες φαρμακευτικής κάνναβης;
Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις λιανικής βλέπουν το πλαίσιο να στενεύει, με νέες βεβαιώσεις, αυστηρότερους ελέγχους και βαρύτερες κυρώσεις. Από την άλλη, οι νόμιμες μονάδες φαρμακευτικής κάνναβης αποκτούν ρητή δυνατότητα να παράγουν και να πωλούν και προϊόντα κάνναβης, πέρα από τα φαρμακευτικά.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα μπορούν να πωλούν απευθείας λιανικά στο καταναλωτικό κοινό. Η λιανική διάθεση συνδέεται με τις αδειοδοτημένες επιχειρήσεις εμπορίου προϊόντων κάνναβης και τα αδειοδοτημένα φαρμακεία, όπως φαίνεται στη συνέχεια από το άρθρο 80.
Όμως η εμπορική σημασία της διάταξης είναι μεγάλη: οι φαρμακευτικές μονάδες μπαίνουν πλέον καθαρά και στην αλυσίδα των προϊόντων κάνναβης/CBD.
Και αυτό αλλάζει τις ισορροπίες.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο ποια προϊόντα θα απαγορευτούν. Είναι και ποιος θα έχει τελικά το δικαίωμα να παράγει, να διακινεί και να πουλά τα προϊόντα που θα απομείνουν νόμιμα στην αγορά.
Αν η καταναλωτική αγορά στενεύει, ενώ ταυτόχρονα οι μεγάλες αδειοδοτημένες μονάδες αποκτούν δυνατότητα να μπουν και στα προϊόντα κάνναβης/CBD, τότε δεν έχουμε απλώς αυστηροποίηση. Έχουμε πιθανή αναδιάταξη της αγοράς.
Άρθρο 80 — Ποιος θα πουλά στο κοινό: επιχειρήσεις κάνναβης και φαρμακεία
Το άρθρο 80 τροποποιεί τον ορισμό των επιχειρήσεων εμπορίου προϊόντων κάνναβης στον ν. 5302/2026. Εδώ το νομοσχέδιο δεν ασχολείται τόσο με την παραγωγή των προϊόντων, αλλά με τα σημεία εμπορίας, πώλησης και διάθεσης προς το καταναλωτικό κοινό.
Η διάκριση έχει σημασία.
Με το άρθρο 79, οι νομίμως εγκατεστημένες μεταποιητικές μονάδες φαρμακευτικής κάνναβης φαίνεται να αποκτούν δικαίωμα να παράγουν, αποθηκεύουν, διακινούν, μεταφέρουν και πωλούν προϊόντα κάνναβης/CBD. Με το άρθρο 80, όμως, η λιανική διάθεση προς τον καταναλωτή παραμένει συνδεδεμένη με τις αδειοδοτημένες επιχειρήσεις εμπορίου προϊόντων κάνναβης και τα αδειοδοτημένα φαρμακεία.
Με απλά λόγια: άλλο πράγμα είναι ποιος μπορεί να παράγει και να διαθέτει προϊόντα στην αγορά και άλλο πράγμα ποιος μπορεί να τα πουλάει λιανικά στον καταναλωτή.
Αυτό δημιουργεί μια νέα εικόνα στην αλυσίδα της αγοράς. Οι φαρμακευτικές μονάδες μπορούν να μπουν πιο ενεργά στο κομμάτι της παραγωγής και διάθεσης προϊόντων κάνναβης/CBD, ενώ τα ειδικά καταστήματα και τα φαρμακεία παραμένουν τα σημεία επαφής με το καταναλωτικό κοινό.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια προϊόντα θα μπορούν τελικά να φτάνουν σε αυτά τα σημεία πώλησης, με ποια τεκμηρίωση και με ποιους όρους.
Για τις επιχειρήσεις λιανικής, αυτό σημαίνει ότι η μάχη δεν θα δοθεί μόνο στο αν θα μπορούν να λειτουργούν. Θα δοθεί κυρίως στο τι προϊόντα θα μπορούν να προμηθεύονται και να διαθέτουν νόμιμα.
Άρθρο 81 — Νέο βάρος στην αδειοδότηση: βεβαίωση ότι τα προϊόντα δεν απαγορεύονται
Το άρθρο 81 προσθέτει νέο στοιχείο στη διαδικασία αδειοδότησης και λειτουργίας των επιχειρήσεων εμπορίου προϊόντων κάνναβης. Συγκεκριμένα, προβλέπει βεβαίωση ότι τα προϊόντα που θα διατεθούν από την επιχείρηση δεν εμπίπτουν σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ιδίως του ν. 4139/2013.
Αυτό είναι ένα από τα πιο πρακτικά και ίσως πιο βαριά σημεία του νομοσχεδίου.
Μέχρι τώρα, μια επιχείρηση μπορούσε να σκέφτεται κυρίως με όρους άδειας λειτουργίας, εμπορικής δραστηριότητας και παραστατικών προϊόντος. Με αυτή τη ρύθμιση, το βάρος μεταφέρεται πιο έντονα στο ίδιο το προϊόν.
Δηλαδή, δεν θα αρκεί να έχεις άδεια. Θα πρέπει να μπορείς να αποδείξεις ότι το κάθε προϊόν που διαθέτεις δεν πέφτει πάνω σε απαγορευτική διάταξη.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιος θα εκδίδει αυτή τη βεβαίωση;
Ο προμηθευτής;
Ο εισαγωγέας;
Ιδιωτικό εργαστήριο;
Δημόσιος φορέας;
Ο ΕΟΦ;
Ο ΕΦΕΤ για τρόφιμα;
Άλλη αρμόδια αρχή;
Και δεύτερο ερώτημα: τι θα περιλαμβάνει αυτή η βεβαίωση;
Ανάλυση THC;
Ανάλυση CBD;
Έλεγχο για συνθετικά κανναβινοειδή;
Έλεγχο για ψυχοτρόπα μόρια;
Δήλωση συμμόρφωσης;
Πιστοποιητικό προέλευσης;
Πλήρη φάκελο προϊόντος;
Αν αυτά δεν διευκρινιστούν, το άρθρο 81 μπορεί να μετατραπεί σε τεράστια πρακτική δυσκολία για τις επιχειρήσεις. Όχι επειδή οι επιχειρήσεις δεν θέλουν να λειτουργήσουν νόμιμα, αλλά επειδή δεν θα ξέρουν ποιο ακριβώς έγγραφο τις καλύπτει.
Αυτό είναι κομβικό. Γιατί χωρίς σαφή διαδικασία, η συμμόρφωση γίνεται λαβύρινθος.
Άρθρο 82 — Οι έλεγχοι επεκτείνονται: δεν κοιτάμε μόνο THC
Το άρθρο 82 τροποποιεί το άρθρο 50 του ν. 5302/2026 και αφορά τον έλεγχο παραβάσεων των επιχειρήσεων εμπορίου προϊόντων κάνναβης. Τα κλιμάκια ελέγχου δεν θα εξετάζουν μόνο την περιεκτικότητα σε THC ή την ύπαρξη χημικώς ανάλογων μορίων Δ9-THC και CBD με ψυχοτρόπο δράση, αλλά και τον εντοπισμό προϊόντων που παράγονται, διατίθενται ή διακινούνται κατά παράβαση της νέας απαγορευτικής ρύθμισης του άρθρου 78.
Αυτό αλλάζει αρκετά την εικόνα.
Ο έλεγχος δεν περιορίζεται πλέον στο κλασικό ερώτημα:
«Πόση THC έχει το προϊόν;»
Περνά σε ένα πολύ πιο σύνθετο ερώτημα:
«Υπάρχει ουσία, φυσική ή μη φυσική, που δίνει κανναβομιμητική ή ψυχοτρόπο δράση;»
Αυτό απαιτεί πολύ πιο εξειδικευμένο εργαστηριακό έλεγχο. Δεν είναι κάτι που μπορεί να λυθεί με μια απλή ματιά στο προϊόν ή με ένα απλό πιστοποιητικό που αναφέρει μόνο THC και CBD.
Άρα, η επιτυχία ή αποτυχία του άρθρου 82 θα κριθεί από την τεχνική εφαρμογή.
Αν υπάρξουν καθαρές οδηγίες, λίστες ουσιών, αναγνωρισμένα εργαστήρια και σαφή πρωτόκολλα δειγματοληψίας, τότε ο έλεγχος μπορεί να λειτουργήσει.
Αν δεν υπάρξουν, υπάρχει κίνδυνος για επιλεκτική εφαρμογή, σύγχυση στις Περιφέρειες και ανασφάλεια στις επιχειρήσεις.
Και αυτό το έχουμε ήδη δει ως πρόβλημα: όταν μια αγορά αλλάζει απότομα, αλλά οι τοπικές υπηρεσίες δεν έχουν ξεκάθαρες οδηγίες, το αποτέλεσμα είναι διαφορετικές ερμηνείες από περιοχή σε περιοχή.
Άρθρο 83 — Κυρώσεις: από διοικητικό πρόβλημα σε ποινικό ρίσκο
Το άρθρο 83 τροποποιεί το άρθρο 51 του ν. 5302/2026 και αφορά τις κυρώσεις για παραβάσεις των όρων άδειας και λειτουργίας των επιχειρήσεων εμπορίου προϊόντων κάνναβης. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, πέρα από τις διοικητικές κυρώσεις, η διάθεση, διακίνηση, προμήθεια, πώληση και αγορά προϊόντων κάνναβης κατά παράβαση του νέου πλαισίου συνδέεται με τις ποινές του άρθρου 20 του ν. 4139/2013.
Εδώ ανεβαίνει πολύ το επίπεδο κινδύνου.
Δεν μιλάμε απλώς για πρόστιμο, σφράγισμα ή διοικητική παράβαση. Μιλάμε για πιθανή σύνδεση με το ποινικό πλαίσιο περί ναρκωτικών.
Αυτό είναι τεράστιο για μια επιχείρηση.
Γιατί όταν το όριο ανάμεσα στο νόμιμο και το παράνομο προϊόν δεν είναι απολύτως καθαρό, αλλά οι συνέπειες είναι τόσο βαριές, τότε η αγορά δεν λειτουργεί κανονικά. Παγώνει.
Ο επιχειρηματίας δεν θα φοβάται μόνο το πρόστιμο. Θα φοβάται μήπως βρεθεί αντιμέτωπος με ποινικό φάκελο για προϊόν που πίστευε ότι ήταν νόμιμο, επειδή είχε τιμολόγιο, πιστοποιητικό ή δήλωση προμηθευτή.
Άρα, το άρθρο 83 κάνει ακόμη πιο επιτακτικό το βασικό αίτημα: καθαρές προδιαγραφές πριν από τις κυρώσεις.
Δεν μπορείς να ζητάς από μια αγορά να συμμορφωθεί, αν πρώτα δεν της έχεις εξηγήσει με απόλυτη σαφήνεια ποια προϊόντα περνούν, ποια κόβονται και ποιος φέρει την τελική ευθύνη.
Η μεγάλη εικόνα: όχι μόνο αυστηροποίηση, αλλά αναδιάταξη της αγοράς
Αν δούμε τα άρθρα 76 έως 83 μαζί, η εικόνα είναι πιο σύνθετη από μια απλή απαγόρευση.
Το νομοσχέδιο:
ορίζει ως βασικό στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας,
στοχεύει τα ψεκασμένα ή εμπλουτισμένα φυτικά προϊόντα,
αλλάζει τον ορισμό των προϊόντων κάνναβης,
δίνει στις νόμιμες μεταποιητικές μονάδες φαρμακευτικής κάνναβης δυνατότητα να παράγουν και να πωλούν προϊόντα κάνναβης/CBD,
εντάσσει ρητά τις επιχειρήσεις και τα φαρμακεία στο πλαίσιο διάθεσης προς το κοινό,
προσθέτει βάρος τεκμηρίωσης στην αδειοδότηση,
επεκτείνει τους ελέγχους,
και συνδέει παραβάσεις με σοβαρές κυρώσεις.
Αυτό που δεν φαίνεται να κάνει, τουλάχιστον με μια πρώτη ανάγνωση, είναι να δίνει καθαρό οδικό χάρτη για την επόμενη μέρα της νόμιμης αγοράς.
Δεν απαντά πλήρως στο ποια προϊόντα θα μπορούν να βρίσκονται στο ράφι.
Δεν εξηγεί επαρκώς ποια πιστοποιητικά θα χρειάζονται.
Δεν ξεκαθαρίζει ποιος φορέας θα βεβαιώνει τη νομιμότητα των προϊόντων.
Δεν λύνει το πρακτικό πρόβλημα των επιχειρήσεων που ήδη λειτουργούν ή προσπαθούν να επιβιώσουν μετά τον ν. 5302/2026.
Το κεντρικό συμπέρασμα είναι αυτό: το κράτος κινείται προς αυστηρότερο έλεγχο της αγοράς, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να ανοίγει θεσμικό χώρο στις νόμιμες μεταποιητικές μονάδες φαρμακευτικής κάνναβης για προϊόντα κάνναβης/CBD.
Αυτό δεν είναι απλή τεχνική αλλαγή. Είναι πιθανή μετατόπιση ισορροπιών.
Γιατί το θέμα δεν είναι μόνο ποια προϊόντα θα απαγορευτούν. Είναι και ποιοι παίκτες θα έχουν δικαίωμα να παράγουν, να διακινούν και να τροφοδοτούν την αγορά με τα προϊόντα που θα απομείνουν νόμιμα.
Το σημείο που πρέπει να προσέξουν οι επιχειρήσεις
Για τις επιχειρήσεις του χώρου, το νέο νομοσχέδιο δείχνει ότι η επόμενη περίοδος θα απαιτήσει πολύ μεγαλύτερη προσοχή σε επίπεδο προϊόντων.
Δεν αρκεί πλέον η γενική εμπορική περιγραφή.
Δεν αρκεί το «είναι CBD».
Δεν αρκεί το «είναι κάτω από 0,3% THC».
Δεν αρκεί το «το φέρνει ο προμηθευτής με χαρτιά».
Το νέο πλαίσιο φαίνεται να απαιτεί τεκμηρίωση ότι το προϊόν δεν εμπίπτει σε απαγορευτική διάταξη. Και αυτό, αν δεν εξειδικευτεί σωστά, μπορεί να γίνει το πιο δύσκολο σημείο εφαρμογής.
Η αγορά χρειάζεται σαφείς απαντήσεις:
Ποιος ελέγχει;
Ποιος πιστοποιεί;
Ποια εργαστήρια αναγνωρίζονται;
Ποια μόρια απαγορεύονται;
Ποια προϊόντα επιτρέπονται;
Τι γίνεται με καλλυντικά, έλαια, συμπληρώματα και λοιπές κατηγορίες;
Ποια είναι η ευθύνη του καταστήματος και ποια του προμηθευτή;
Και ποιος τελικά θα έχει το δικαίωμα να παράγει και να διαθέτει τα προϊόντα που θα θεωρούνται νόμιμα;
Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, το πλαίσιο δεν θα δημιουργήσει ασφάλεια. Θα δημιουργήσει φόβο.
Το πολιτικό συμπέρασμα
Η Πολιτεία έχει κάθε δικαίωμα και υποχρέωση να προστατεύσει τους καταναλωτές από επικίνδυνα προϊόντα. Ειδικά όταν μιλάμε για ψεκασμένα φυτικά μίγματα, άγνωστες ουσίες και προϊόντα που μπορεί να διακινούνται με παραπλανητικό τρόπο.
Όμως άλλο πράγμα η προστασία της δημόσιας υγείας και άλλο πράγμα η δημιουργία ενός πλαισίου που αφήνει μια ολόκληρη νόμιμη αγορά σε κατάσταση διαρκούς ανασφάλειας.
Το νέο νομοσχέδιο δείχνει ότι το κράτος θέλει να κλείσει τις γκρίζες ζώνες. Ταυτόχρονα, όμως, δίνει στις νόμιμες μεταποιητικές μονάδες φαρμακευτικής κάνναβης ρόλο και στην αγορά προϊόντων κάνναβης/CBD.
Το ερώτημα είναι αν αυτό θα οδηγήσει σε μια καθαρή, ισότιμη και ελεγχόμενη αγορά ή αν θα οδηγήσει σε μια αγορά όπου λίγοι μεγάλοι παίκτες θα έχουν πιο εύκολη πρόσβαση στην παραγωγή και διάθεση των νόμιμων προϊόντων, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις θα κινούνται μέσα σε ένα όλο και πιο ασφυκτικό πλαίσιο.
Γιατί μια αγορά δεν ρυθμίζεται μόνο με απαγορεύσεις και ποινές. Ρυθμίζεται με κανόνες που μπορούν να εφαρμοστούν, με διαδικασίες που μπορούν να ακολουθηθούν και με προϊόντα που μπορούν να ελεγχθούν αντικειμενικά.
Αν ο στόχος είναι η δημόσια υγεία, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο το κλείσιμο. Πρέπει να είναι και η καθαρή, ελεγχόμενη, νόμιμη διέξοδος.
Και αυτή η διέξοδος πρέπει να είναι προσβάσιμη με δίκαιους όρους, όχι μόνο σε όσους έχουν ήδη ισχυρή θεσμική και οικονομική θέση.
Τι μένει να δούμε
Η δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο ολοκληρώθηκε την Παρασκευή 10/7. Αυτό σημαίνει ότι το ενδιαφέρον περνά πλέον στο επόμενο στάδιο: ποιες παρατηρήσεις θα ληφθούν υπόψη, αν θα υπάρξουν αλλαγές στο τελικό κείμενο και με ποια μορφή θα κατατεθούν τελικά οι διατάξεις στη Βουλή.
Τα βασικά σημεία που πρέπει να αποσαφηνιστούν πριν το πλαίσιο εφαρμοστεί στην πράξη παραμένουν κρίσιμα:
Πρώτον, ποια προϊόντα κάνναβης θα θεωρούνται νόμιμα και με ποιες προϋποθέσεις.
Δεύτερον, ποια βεβαίωση θα απαιτείται για να αποδεικνύεται ότι ένα προϊόν δεν εμπίπτει σε απαγορευτική διάταξη.
Τρίτον, ποιος φορέας θα έχει την αρμοδιότητα να πιστοποιεί ή να ελέγχει αυτή τη συμμόρφωση.
Τέταρτον, πώς θα προστατευθούν οι επιχειρήσεις που λειτουργούν νόμιμα από το ενδεχόμενο να βρεθούν εκτεθειμένες λόγω ασαφών οδηγιών ή ευθύνης τρίτων προμηθευτών.
Πέμπτον, πώς θα λειτουργήσει στην πράξη η δυνατότητα των μεταποιητικών μονάδων φαρμακευτικής κάνναβης να παράγουν και να πωλούν προϊόντα κάνναβης/CBD.
Έκτον, αν το κράτος σκοπεύει να διαμορφώσει μια πραγματικά λειτουργική και ισότιμη αγορά προϊόντων κάνναβης ή αν θα περιοριστεί σε ένα πλαίσιο συνεχών απαγορεύσεων που αφήνει χώρο μόνο στους ισχυρότερους.
Το CannaReport θα συνεχίσει να παρακολουθεί το θέμα, γιατί οι επόμενες εβδομάδες μπορεί να καθορίσουν όχι μόνο ποια προϊόντα θα επιτρέπονται, αλλά και ποιοι θα έχουν πραγματικά χώρο στην επόμενη μέρα της νόμιμης αγοράς κάνναβης στην Ελλάδα.
