Η φαρμακευτική κάνναβη είναι σοβαρό θεραπευτικό πεδίο. Αφορά ασθενείς, γιατρούς, προϊόντα ελεγχόμενης ποιότητας, συγκεκριμένες ενδείξεις και ιατρική παρακολούθηση. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε με προκατάληψη ούτε με ελαφρότητα.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, χρειάζεται να ανοίξει μια δύσκολη συζήτηση: τι συμβαίνει όταν η πολιτεία περιορίζει ή απαγορεύει τη νόμιμη αγορά προϊόντων κάνναβης για ενήλικες, αλλά αφήνει ως βασική νόμιμη διαδρομή πρόσβασης στον ανθό την ιατρική συνταγή;
Εκεί αρχίζει ο κίνδυνος της ιατρικοποίησης της ψυχαγωγικής κάνναβης.
Ο όρος δεν σημαίνει ότι οι ασθενείς που χρησιμοποιούν φαρμακευτική κάνναβη δεν έχουν πραγματική ανάγκη. Το αντίθετο. Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν ανακούφιση από δύσκολες καταστάσεις και χρειάζονται ασφαλή, νόμιμη και αξιοπρεπή πρόσβαση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια αγορά που στην πραγματικότητα αφορά ευρύτερη ζήτηση ενηλίκων μεταφέρεται τεχνητά μέσα σε “ιατρικά” κανάλια, επειδή το κράτος δεν θέλει να ρυθμίσει καθαρά την ενήλικη χρήση.
Στην Ελλάδα, η φαρμακευτική κάνναβη υπάρχει θεσμικά, αλλά η πραγματική πρόσβαση παραμένει στενή. Στις 15 Φεβρουαρίου 2024 προστέθηκαν στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση τα διαθέσιμα σκευάσματα ξηρού ανθού κάνναβης, τα οποία χορηγούνται δια εισπνοής με ειδική εγκεκριμένη ιατροτεχνολογική συσκευή και συνταγογραφούνται ως μη αποζημιούμενα φάρμακα. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής καλείται να πληρώσει εξ ολοκλήρου το κόστος.
Το ελληνικό μοντέλο έχει μια βασική αδυναμία: ο γιατρός δεν έχει στα χέρια του μεγάλη γκάμα φαρμακοτεχνικών μορφών. Δεν υπάρχουν ευρέως διαθέσιμα έλαια THC, κάψουλες, δισκία ή άλλες μορφές που θα έκαναν τη θεραπευτική χρήση πιο οικεία σε μεγάλο μέρος του ιατρικού κόσμου. Η βασική διαθέσιμη μορφή είναι ο ξηρός ανθός προς εισπνοή. Για αρκετούς γιατρούς αυτό δημιουργεί δισταγμό. Όχι απαραίτητα επειδή απορρίπτουν την κάνναβη συνολικά, αλλά επειδή η μορφή χορήγησης δεν μοιάζει με την κλασική φαρμακευτική πρακτική που έχουν συνηθίσει.
Παράλληλα, οι ενδείξεις παραμένουν συγκεκριμένες και περιορισμένες. Η φαρμακευτική κάνναβη δεν είναι ανοιχτή επιλογή για κάθε ενόχληση ή γενική χρήση. Συνδέεται με συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως σοβαρά συμπτώματα από θεραπείες, χρόνιο πόνο που σχετίζεται με σοβαρές παθήσεις και σπαστικότητα σε συγκεκριμένες νευρολογικές καταστάσεις.
Άρα έχουμε ένα παράδοξο. Από τη μία, οι πραγματικοί ασθενείς δεν έχουν εύκολη και οικονομικά βιώσιμη πρόσβαση. Η θεραπεία δεν αποζημιώνεται, οι γιατροί διστάζουν, οι διαθέσιμες μορφές είναι περιορισμένες και το κόστος πέφτει στον ασθενή. Από την άλλη, όσο η νόμιμη αγορά ενηλίκων περιορίζεται, τόσο μεγαλώνει ο πειρασμός να περάσει η ζήτηση για ανθό μέσα από ιατρικά κανάλια.
Αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο μόνο. Στη Γερμανία, η κυβέρνηση κινήθηκε για να περιορίσει τις online συνταγές και τις ταχυδρομικές πωλήσεις φαρμακευτικής κάνναβης, μετά από μεγάλη αύξηση των εισαγωγών. Το βασικό επιχείρημα ήταν ότι η αρχική συνταγή πρέπει να βασίζεται σε πραγματική επαφή γιατρού και ασθενούς και όχι σε μια γρήγορη ψηφιακή διαδικασία.
Η γερμανική περίπτωση δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν η πρόσβαση ανοίγει πολύ γρήγορα μέσω online μοντέλων. Η ελληνική περίπτωση δείχνει τον αντίθετο κίνδυνο: όταν η πρόσβαση είναι πολύ στενή, αλλά ταυτόχρονα η αγορά ανθού εκτός ιατρικού πλαισίου πιέζεται ή απαγορεύεται, τότε η συνταγή μπορεί να αρχίσει να λειτουργεί ως μοναδική πύλη εισόδου.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: θέλουμε πραγματικά φαρμακευτική κάνναβη ή θέλουμε να χρησιμοποιούμε την ιατρική συνταγή ως άλλοθι για μια αγορά που δεν τολμάμε να ρυθμίσουμε καθαρά;
Η φαρμακευτική κάνναβη δεν πρέπει να γίνει “παράθυρο” για την ψυχαγωγική χρήση. Όχι επειδή η ενήλικη χρήση πρέπει να δαιμονοποιείται, αλλά επειδή είναι άλλο πράγμα. Η ιατρική χρήση πρέπει να παραμείνει ιατρική. Με διάγνωση, παρακολούθηση, πραγματική ένδειξη, σωστή δοσολογία, ασφαλές προϊόν και ενημερωμένο γιατρό.
Αν όλα αυτά χαθούν, τότε χάνουν όλοι.
Χάνει ο ασθενής, γιατί η θεραπευτική του ανάγκη μπαίνει στο ίδιο καλάθι με την εμπορική ζήτηση. Χάνει ο γιατρός, γιατί μετατρέπεται σε διαχειριστή πρόσβασης και όχι σε επιστήμονα που αξιολογεί θεραπευτικά. Χάνει η φαρμακευτική κάνναβη, γιατί αντί να αποκτήσει αξιοπιστία, κινδυνεύει να θεωρηθεί μηχανισμός νομιμοποίησης της ψυχαγωγικής αγοράς. Χάνει και η πολιτεία, γιατί αντί να ρυθμίσει με ειλικρίνεια, δημιουργεί γκρίζες ζώνες.
Η λύση δεν είναι να κλείσει η φαρμακευτική κάνναβη. Η λύση είναι να σοβαρέψει.
Χρειάζεται εκπαίδευση γιατρών, περισσότερες κατάλληλες φαρμακοτεχνικές μορφές, καθαρό πλαίσιο συνταγογράφησης, πραγματική παρακολούθηση ασθενών και, σε σοβαρές περιπτώσεις, συζήτηση για αποζημίωση. Δεν μπορεί μια θεραπεία να αναγνωρίζεται θεσμικά, αλλά στην πράξη να μένει διαθέσιμη μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται ειλικρίνεια για την αγορά ενηλίκων. Αν υπάρχει ζήτηση για ανθό, η πολιτεία έχει δύο επιλογές: ή τη ρυθμίζει καθαρά με κανόνες, ηλικιακά όρια, ελέγχους ποιότητας και φορολόγηση, ή την σπρώχνει σε παράλληλα κανάλια — είτε παράνομα είτε “ιατρικοποιημένα”.
Το χειρότερο μοντέλο είναι το υποκριτικό: να κλείνεις τη νόμιμη λιανική, να μην ανοίγεις καθαρή συζήτηση για ενήλικη χρήση, να αφήνεις τη φαρμακευτική πρόσβαση στενή και ακριβή, και στο τέλος να εμφανίζονται πλατφόρμες που υπόσχονται γρήγορη σύνδεση με γιατρό για όσους αναζητούν ανθό.
Αυτό δεν προστατεύει τη δημόσια υγεία. Δημιουργεί σύγχυση.
Η φαρμακευτική κάνναβη αξίζει καλύτερη μεταχείριση. Δεν πρέπει να γίνει εργαλείο ούτε της απαγόρευσης ούτε της εμπορικής υπεκφυγής. Πρέπει να είναι αυτό που λέει το όνομά της: φαρμακευτική επιλογή για ασθενείς που τη χρειάζονται, μέσα σε σοβαρό, διαφανές και επιστημονικά υπεύθυνο πλαίσιο.
Αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να μιλήσει για δημόσια υγεία, πρέπει να σταματήσει να μπερδεύει τα πεδία. Άλλο ο ασθενής. Άλλο ο ενήλικος χρήστης. Άλλο η φαρμακευτική πολιτική. Άλλο η αγορά. Και άλλο η απαγόρευση που μεταμφιέζεται σε προστασία.
Η ιατρικοποίηση της ψυχαγωγικής κάνναβης δεν είναι λύση. Είναι σύμπτωμα μιας πολιτείας που αρνείται να ρυθμίσει την πραγματικότητα με καθαρούς κανόνες.
