Έκλεισαν τα ράφια, άνοιξαν τον δρόμο στη μαύρη αγορά
Προβληματισμός, λέει, υπάρχει.
Στη γνωστή φαρμακευτική εταιρεία κάνναβης.
Τα νούμερα δεν βγήκαν όπως τα περίμεναν.
Τα Excel κάνουν νερά.
Και όταν τα Excel κάνουν νερά, οι γραβάτες αρχίζουν και κοιτάνε το πάτωμα.
Έριξαν λεφτά.
Έριξαν και τις τιμές.
Έβαλαν μέχρι και διαφήμιση της πλατφόρμας συνταγογράφησης στον χώρο αφίξεων αποσκευών του «Ελευθέριος Βενιζέλος».
Ωραία.
Μόνο που ο τουρίστας, όταν κατεβαίνει από το αεροπλάνο, δεν ψάχνει γιατρό.
Ψάχνει βαλίτσα.
Ψάχνει ταξί.
Ψάχνει δωμάτιο.
Ψάχνει θάλασσα.
Ψάχνει φαΐ.
Ψάχνει ποτό.
Και αρκετοί ψάχνουν και κάνναβη.
Καθαρά πράγματα.
Χωρίς νταραβέρια.
Χωρίς ψιθύρους.
Χωρίς «έλα από πίσω».
Η απαγόρευση του ανθού στις 20 Μαΐου δεν έφερε τα προσδοκώμενα.
Όχι εκεί που κάποιοι τα περίμεναν.
Γιατί η αγορά δεν είναι κουμπί.
Δεν την πατάς και σβήνει.
Είναι νερό.
Της κλείνεις μια δίοδο;
Θα βρει άλλη.
Έτσι πάει.
Τα λεφτά που έφυγαν από τη νόμιμη αγορά δεν χάθηκαν.
Άλλαξαν χέρια.
Ένα μεγάλο κομμάτι πήγε στη μαύρη αγορά.
Ένα κομμάτι πήγε στα βότανα.
Και ό,τι έμεινε πήγε στη φαρμακευτική.
Και κάπου εκεί αρχίζει το γέλιο.
Γιατί αν είσαι σχεδόν μόνος στο τραπέζι και πάλι δεν τρως όσο περίμενες, κάτι δεν έχεις καταλάβει σωστά.
Και αν αύριο μπει και δεύτερος στο παιχνίδι;
Τι θα κάνουν τότε τα Excel;
Θα ζητήσουν ρεφενέ;
Ο Άδωνις μπήκε μπροστά.
Έκοψε μια αγορά.
Την έκοψε απότομα.
Σαν κάβο με σκουριασμένο μαχαίρι.
Χωρίς σοβαρή μετάβαση.
Χωρίς ολοκληρωμένη ρύθμιση.
Χωρίς να ρωτήσει αυτούς που ζουν την αγορά.
Και τώρα;
Τώρα το βλέπουμε όλοι.
Σε όλη την Ελλάδα, τουρίστες ψάχνουν χόρτο.
Άλλοι βρίσκουν βότανα.
Άλλοι ρωτάνε στον δρόμο.
Άλλοι ψάχνουν «κάτι κάτω από το τραπέζι».
Άλλοι κοιτάνε τον μαγαζάτορα σαν να τους μιλάει κινέζικα.
Ήρθαν διακοπές.
Και τους βάλαμε σε αποστολή.
Βρες κάνναβη στην Ελλάδα.
Λες και παίζουν το παιχνίδι του χαμένου θησαυρού.
Μπράβο μας.
Μαγκιά μεγάλη.
Η απαγόρευση δεν εξαφάνισε τη ζήτηση.
Την έβγαλε από το ταμείο.
Αυτό έκανε.
Γιατί όταν κλείνεις τη νόμιμη αγορά, δεν κλείνεις την ανάγκη.
Κλείνεις την απόδειξη.
Χάνεις ΦΠΑ.
Χάνεις έλεγχο.
Χάνεις ποιότητα.
Χάνεις εικόνα.
Χάνεις σοβαρότητα.
Και μετά κάνεις τον καπετάνιο, ενώ το καράβι έχει λύσει κάβους από ώρα.
Η μαύρη αγορά δεν περίμενε πρόσκληση.
Δεν διαβάζει ΦΕΚ.
Δεν έχει POS.
Δεν έχει τιμολόγιο.
Δεν έχει ωράριο.
Έχει ζήτηση.
Και η ζήτηση, μάγκες, πάντα βρίσκει πόρτα.
Αν δεν τη βρει μπροστά, μπαίνει από πίσω.
Μην τρελαθούμε κιόλας.
Το πιο ωραίο;
Κάποιοι πίστεψαν ότι ο κόσμος θα περάσει μαζικά στη συνταγογράφηση.
Δηλαδή ο άνθρωπος που θέλει να κάνει ένα τσιγάρο από επιλογή, θα πάει να δηλώσει ασθενής.
Να δώσει ΑΜΚΑ.
Να βρει γιατρό.
Να μπει σε διαδικασία.
Να κάνει τον άρρωστο για να καπνίσει.
Ε, όχι.
Δεν πάει έτσι.
Ο κόσμος δεν θέλει να κάνει παράσταση.
Θέλει να αγοράσει νόμιμα.
Όπως πάει στην κάβα και παίρνει ένα καλό μπουκάλι κρασί.
Με κανόνες.
Με ηλικιακά όρια.
Με ποιότητα.
Με έλεγχο.
Με φόρο.
Με απόδειξη.
Αυτό λέγεται ρύθμιση.
Όχι το τραβάω το χαλί και όποιος πέσει, έπεσε.
Τα καταστήματα έπεσαν.
Οι εργαζόμενοι έπεσαν.
Οι μικροί επαγγελματίες έπεσαν.
Τα δημόσια έσοδα έπεσαν.
Και κάποιοι άλλοι βρήκαν χώρο.
Καθαρή μοιρασιά.
Μόνο που δεν την πλήρωσαν όλοι το ίδιο.
Στο μεταξύ, τα βότανα κάνουν πάρτι.
Blue lotus.
Νταμιάνες.
Βαλεριάνες.
Ό,τι υπάρχει, μπαίνει σε φακελάκι.
Πετάς και ένα THC απ’ έξω.
Έτοιμο το κόλπο.
Ο πελάτης νομίζει.
Ο πωλητής κάνει πως δεν ξέρει.
Ο χονδρέμπορος μετράει.
Το κράτος κοιτάει αλλού.
Και μετά θα τρέχουμε.
Μετά θα φταίει η αγορά.
Μετά θα φταίνε οι καταναλωτές.
Μετά θα φταίνε οι τουρίστες.
Ποτέ αυτοί που έδεσαν λάθος το καράβι.
Κλασικά.
Στο λιμάνι το ξέρουν καλά αυτό.
Όταν ο άλλος δεν ξέρει να δέσει, δεν του φταίει ο καιρός.
Τέλος πάντων.
Αν στο κράτος ήθελαν πραγματικά να κάνουν δουλειά, θα έκαναν κάτι απλό.
Θα ρωτούσαν την αγορά.
Θα άκουγαν τους ανθρώπους που τη ζουν.
Και μετά θα έγραφαν νόμο.
Όχι ανάποδα.
Όχι πρώτα το ΦΕΚ και μετά η πραγματικότητα.
Γιατί έχουμε 2026.
Και το 2026 δεν μπορείς να κάνεις πως δεν βλέπεις.
Ο κόσμος ζητάει ψυχαγωγική κάνναβη.
Και τη ζητάει νόμιμα.
Δεν θέλει σοκάκια.
Δεν θέλει «έλα αύριο».
Δεν θέλει περίεργα φακελάκια.
Δεν θέλει άγνωστα βότανα.
Δεν θέλει να δίνει ΑΜΚΑ για κάτι που δεν θεωρεί ασθένεια.
Θέλει επιλογή.
Θέλει καθαρό προϊόν.
Θέλει κανόνες.
Θέλει αξιοπρέπεια.
Η λύση δεν είναι η απαγόρευση.
Η λύση είναι η αποποινικοποίηση.
Η αυτοκαλλιέργεια.
Οι λέσχες.
Η ελεύθερη και ελεγχόμενη πώληση από ειδικά καταστήματα.
Με όρους.
Με έλεγχο.
Με ευθύνη.
Με κράτος που ξέρει τι του γίνεται.
Όχι με κράτος που ρίχνει άγκυρα στην άσφαλτο και περιμένει να δέσει καράβι.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει κανέναν.
Ούτε Γερμανία.
Ούτε Μάλτα.
Ούτε Ολλανδία.
Χρειάζεται να φτιάξει το δικό της μοντέλο.
Ελληνικό.
Σοβαρό.
Καθαρό.
Για τους κατοίκους της.
Για τους τουρίστες της.
Για την αγορά της.
Και κυρίως για να σταματήσει αυτό το καραγκιοζιλίκι με τις απαγορεύσεις που δεν απαγορεύουν τίποτα.
Η αλήθεια είναι απλή.
Η κάνναβη έφυγε από τα ράφια.
Όχι από τη ζήτηση.
Και όποιος δεν το βλέπει, ας πάει μια βόλτα στο λιμάνι.
Εκεί θα μάθει.
Τα πράγματα που φεύγουν από μπροστά σου, δεν χάνονται πάντα.
Καμιά φορά απλώς περνάνε από δίπλα σου.
Και ούτε χαρτί κόβουν.
Ούτε άδεια ζητάνε.
